Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Οι Κλέφτες και οι Αρματολοί

Καθώς οι Οθωμανοί Τούρκοι επέκτειναν την κυριαρχία τους στη Βαλκανική Χερσόνησο, είχαν να αντιμετωπίσουν διάφορες εξεγέρσεις από ομάδες Ελλήνων που συνέχιζαν την παράδοση των πολεμιστών του Βυζαντίου.
Ένας από τους σημαντικότερους πολεμιστές ήταν ο Κορκόδειλος Κλαδάς, ο οποίος είχε για ορμητήριο του τη Μάνη, μια από τις λίγες περιοχές που δεν υποτάχθηκαν στους Τούρκους. Οι Μανιάτες ήταν ορεσίβιοι, που «αγρυπνούν νύχτα μέρα για να διατηρήσουν την ελευθερία τους και δεν εννοούν να αναγνωρίσουν κανένα ηγεμόνα επί της γης», όπως τους περιέγραψε Γάλλος περιηγητής.

Ο ήρωας Κροκόδειλος Κλαδάς, Νίκος Εγγονόπουλος
Νίκος Εγγονόπουλος
Άλλοι ένοπλοι Έλληνες κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν οι Κλέφτες. Οι κλέφτες ζούσαν στην ύπαιθρο και είχαν τα λημέρια τους σε δύσβατα μέρη. Ήταν οργανωμένοι σε μικρές ομάδες, η καθεμιά με τον καπετάνιο της και το δικό της μπαϊράκι. Βασικό χαρακτηριστικό των κλεφτών ήταν η εχθρότητα που ένιωθαν για τους Τούρκους και γενικά για την εξουσία, στοιχείο που τους έκανε αγαπητούς στο λαό. Έτσι, οι κλέφτες έγιναν σύμβολο της αντίστασης των υπόδουλων Ελλήνων ενάντια στους κατακτητές. 
Κλέφτης
Λημέρι κλεφτών
Προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους κλέφτες και να αποκαταστήσουν την ασφάλεια στην ύπαιθρο, οι Οθωμανοί Τούρκοι χρησιμοποιούσαν ένοπλους Έλληνες, πρώην κλέφτες, τους αρματολούς. Ωστόσο οι Αρματολοί, παρόλο που ήταν βοηθητικά στρατεύματα των Τούρκων, συνεργάζονταν συνήθως με τους κλέφτες. Παρατηρήθηκε έτσι το φαινόμενο, ιδιαίτερα κατά τους τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας, πολλοί αρματολοί να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους και να προσχωρούν στις τάξεις των κλεφτών. 
Χάρτης με σημαντικά αρματολίκια του ελληνικού χώρου κατά τον 18ο αιώνα.  
Φημισμένοι αρματολοί ήταν ο Γεώργιος Ανδρίτζος, ο Κατσαντώνης στη Ρούμελη, ο Νικοτσάρας στον Όλυμπο, οι Σουλιώτες Γεώργιος Μπότσαρης και Λάμπρος Τζαβέλλας και πολλοί άλλοι. Αρκετοί από τους γιους, τους συγγενείς ή τα πρωτοπαλίκαρα τους συμμετείχαν αργότερα στη Μεγάλη Επανάσταση του 1821.


«Το "κλέφτης" ήτον καύχημα. Έλεγε "είμαι κλέφτης" και η ευχή των πατέρων ενός παιδιού ήτον να γίνη κλέφτης. Το "κλέφτης" εβγήκε από την εξουσία. Εις του πατρός μου τον καιρό, ήτον ιερό πράγμα να πειράξουν Έλληνα. Και όταν οι κλέπται ήρχοντο εις συμπλοκή με τους Τούρκους, όλοι οι γεωργοί άφηναν το ζευγάρι*, και επάγαιναν να βοηθήσουν τους κλέπτας. Εις τας ημέρας μου επειράζοντο* και Έλληνες ομοφρονούντες* με τους Τούρκους. Όταν ήλθε ο Ανδρούτσος, ο πατέρας του Οδυσσέως, εγνωρίσθηκα εις την Μάνη, και τον εσυντρόφευσα έως εις την Κόρινθο. Εις τον κατατρεγμό μας, διά δεκαπέντε ημέραις ούτε εκοιμώμεθα ούτε ετρώγαμε, εσώσαμε τα φουσέκια*, καθημέρα πόλεμο».

Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα, Καταγραφή Γ. Τερτσέτη, επιμέλεια Τάσος Βουρνάς, Αθήνα 1983, σ. 64. 
* το ζευγάρι = τις αγροτικές εργασίες 
* επειράζοντο = τιμωρούνταν 
* ομοφρονούντες = αυτοί που συνεργάζονταν 
* εσώσαμε τα φουσέκια = ξοδέψαμε τα πυρομαχικά
Ο Νικοτσάρας 


Ο Νικοτσάρας αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση αρματολού, ο οποίος έγινε κλέφτης. Το 1794 διαδέχθηκε στην ηγεσία του αρματολικιού του Ολύμπου τον δολοφονημένο πατέρα του. Από το 1801 έως το φθινόπωρο του 1802, με ορμητήριο το Άγιο Όρος, πραγματοποίησε ναυτικές επιχειρήσεις κατά των Τούρκων. Το 1806 συμμετείχε επίσης ενεργά, στο πλευρό του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στις επιθέσεις εναντίον των Τούρκων, που οργανώθηκαν από τους Ρώσους στη Ζάκυνθο. Λίγο αργότερα συνεργάστηκε με τον Ρώσο ναύαρχο Δημήτριο Σινιάβιν στην Τένεδο και το Άγιο Όρος. Την ίδια περίοδο έδρασε στη Μακεδονία, δίνοντας δύο τριήμερες μάχες: την πρώτη στο βουνό Μένοικο κατά του βαλή της πόλης των Σερρών Ισμαήλ Μπέη και την δεύτερη στη γέφυρα του ποταμού Αγγίτη, κοντά στο Πράβι (σημερινή Ελευθερούπολη Καβάλας). Πέθανε τον Ιούνιο του 1807 στον Όλυμπο και ενταφιάστηκε στη Σκιάθο.
Φώτης Κόντογλου: «Αρματολοί και Κλέφτες», 1948
Η δημοτική ποίηση ύμνησε τα κατορθώματα των αρματολών και κλεφτών με πάμπολλα τραγούδια. 

Της κλεφτουριάς τα βάσανα 

Παιδιά, σαν θέτε λεβεντιά και κλέφτες να γενείτε 
ν’ εμένα να ρωτήσετε να σας ομολογήσω 
της κλεφτουριάς τα βάσανα και των κλεφτών τα ντέρτια. 
Μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφτες! 
Ποτέ μας δεν αλλάζουμε και δεν ασπροφορούμε, 
ολημερίς στον πόλεμο, τη νύχτα καραούλι. 
Δώδεκα χρόνους έκαμα τους κλέφτες καπετάνιος. 
Ζεστό ψωμί δεν έφαγα, δεν πλάγιασα σε στρώμα, 
τον ύπνο δεν εχόρτασα, του ύπνου τη γλυκάδα, 
το χέρι μου προσκέφαλο και το σπαθί μου στρώμα, 
και το καριοφιλάκι μου σαν κόρη αγκαλιασμένο.

Ο κλέφτης (Του Βασίλη)

-«Βασίλη κάτσε φρόνιμα να γίνεις νοικοκύρης, 
για ν΄ αποχτήσεις πρόβατα, ζευγάρια κι αγελάδες 
χωριά κι αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν» 
-«Μάνα μου ΄γω δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης, 
να καμ΄ αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν, 
και νάμαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι των σκυλώνε. 
φέρε μου το βαριό σπαθί και τ΄ αλαφρό τουφέκι, 
να πεταχτώ σαν το πουλί ψηλά στα κορφοβούνια, 
να πάρω δίπλα τα βουνά, να περπατήσω λόγγους, 
να βρω λημέρια των Κλεφτών, γιατάκια καπετάνιων 
να πάω να βρω τον Μάνταλο, να σμίξω τον Μποστέκη, 
που πολεμούν με την Τουρκιά, και με τους Αρβανίτες 
να μπω με δαύτους σύντροφος στα Τούρκικα κεφάλια 
με μια σπαθιά να κόφτω τρεις, με το τουφέκι πέντε, 
και με το γιαταγάνι μου, σαράντα και πενήντα» 
Πουρνό φιλεί τη μάνα του, πουρνό ξεπροβοδιέται. 

-«Γεια σας βουνά με τους γκρεμνούς λαγκάδια με τες πάχνες». 
-«Καλώς το τ΄ άξιο το παιδί και τ΄ άξιο παλληκάρι» 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου