Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Η οικονομική ζωή

Συνεδρίαση αντιπροσώπων της Συνθήκης του Κάρλοβιτς (1699)
Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς ήταν μια διεθνής συνθήκη ειρήνης που υπογράφηκε στις 26 Ιανουαρίου 1699 στο Σρέμσκι Κάρλοβτσι, μια πόλη στη σημερινή Σερβία. Η συνθήκη τερμάτισε τον αυστροοθωμανικό πόλεμο του 1683-1697 στον οποίο οι Οθωμανοί ηττήθηκαν.
Ο Σουλτάνος Μουσταφά Β΄ 
που αναγκάσθηκε ν΄ αποδεχτεί τους όρους της Συνθήκης του Κάρλοβιτς
Η συνθήκη αυτή είχε αξιοσημείωτες συνέπειες και για τους Έλληνες, αφού έδωσε τη δυνατότητα στους Έλληνες εμπόρους να ξαναρχίσουν το εμπόριο με τη Βενετία και την Αυστριακή Αυτοκρατορία,γεγονός που είχε καθοριστικές συνέπειες στην οικονομική αναγέννηση του ελλαδικού χώρου.
Επίσης, ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι στην υπογραφή της συνθήκης ο επίσημος αντιπρόσωπος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν ένας Φαναριώτης, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος , γεγονός που σηματοδοτεί την άνοδο των Φαναριωτών στον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό κατά τον 18ο αιώνα.
Η τοποθεσία υπογραφής της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774)
 «Εδώ, στις 10/21 Ιουλίου 1774 υπογράφτηκε η Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή μεταξύ των εμπίστων της Αικατερίνης της Μεγάλης, Πέτρου Ρουμυάντσεφ, και του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Α΄, Μεγάλου Βεζίρη Μουσούλ Ζαντέ Μεχμέτ Πασά. Το άρθρο 7 της Συνθήκης αυτής προβλέπει: Η Υψηλή Πύλη υπόσχεται μόνιμη προστασία της Χριστιανικής Θρησκείας και των εκκλησιών της.»
Με την υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή κατοχυρώνεται πλέον νομικά το δικαίωμα οι Έλληνες πλοιοκτήτες να υψώνουν στα πλοία τους την ρωσική σημαία. Εκτός αυτού, με τη ρωσοτουρκική Συνθήκη Ειρήνης του 1774, οι Έλληνες απέκτησαν επίσης το δικαίωμα να ναυπηγούν πλοία μεγάλου εκτοπίσματος. Επίσης, για πρώτη φορά, βάσει της προαναφερόμενης Συνθήκης Ειρήνης, αναγνωρίστηκε επίσημα στη Ρωσία το δικαίωμα θρησκευτικής "προστασίας" των Ελλήνων ορθοδόξων χριστιανών.
Σχεδίασμα σημαίας Γραικοτουρκικής (raya) την οποία έφεραν τα ελληνικά εμπορικά πλοία των νήσων. Ύστέρα από τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το Ι774, που επέτρεπε την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στις θάλασσες των πλοίων που έφεραν τη ρωσική σημαία, η Υψηλή Πύλη παραχώρησε στους ραγιάδες το δικαίωμα να φέρουν στα πλοία των δική τους σημαία, με τρεις ζώνες, δύο ερυθρές και μία κυανή
Ερωτήσεις για την κατανόηση του μαθήματος
Ποια ήταν η μορφή της οικονομίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας;

Ποιοι παράγοντες οδήγησαν στην οικονομική παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας;

Ποιοι παράγοντες βοήθησαν στην ανάπτυξη του ελληνικού εμπορίου και της ναυτιλίας την περίοδο της Τουρκοκρατίας;

Ποια ήταν τα οφέλη που απέκτησαν οι Έλληνες έμποροι από τις διάφορες συμφωνίες που υπέγραψαν οι Οθωμανοί με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις;

Ποια ήταν τα σημαντικότερα κέντρα του ελληνικού εμπορίου; 


Τι εννοούμε λέγοντας υποτίμηση του νομίσματος;

Ποια ήταν τα πιο συνηθισμένα επαγγέλματα των Ελλήνων κατά την Τουρκοκρατία με βάση τα κείμενα των δυο πηγών και τις εικόνες του βιβλίου σας;

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

Ο αριθµός κυκλοφορίας


Η Μαρία και ο µικρότερος αδερφός της, ο Τάσος, έχουν θείο τον Κώστα, που αγόρασε καινούριο αυτοκίνητο. Όταν τον ρώτησαν ποιος είναι ο αριθµός της άδειας κυκλοφορίας του, τους απάντησε ότι τα γράµµατα είναι τα αρχικά των ονοµάτων τους µε σειρά ηλικίας ξεκινώντας από τον πιο µεγάλο και ο αριθµός είναι ο µικρότερος δυνατός αριθµός, που έχει άθροισµα ψηφίων 8 και διαιρείται ακριβώς µε το 4 και µε το 5. Ποιος είναι ο αριθµός κυκλοφορίας;
(3 γράμματα και 4 ψηφία) 
 

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

Το ανάγλυφο της Γης

Κάνουμε κλικ στην παρακάτω εικόνα για να γνωρίσουμε το ανάγλυφο της Γης από το Ηλεκτρονικό Βιβλίο της Γεωγραφίας.
ενεργό link

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Παιδιά της Σαμαρίνας


 τραγούδι: Χάρις Αλεξίου

Εσείς μωρέ παιδιά κλεφτόπουλα, (δις)
παιδιά της Σαμαρίνας, μωρέ παιδιά καημένα,
παιδιά της Σαμαρίνας κι ας είστε λερωμένα.
Σαν πάτε πάνω μωρέ στα βουνά, (δις)
ψηλά στη Σαμαρίνα, μωρέ παιδιά καημένα,
ψηλά στη Σαμαρίνα, κι ας είστε λερωμένα.
Τουφέκια να μωρέ μην ρίξετε, (δις)
τραγούδια να μην πείτε, μωρέ παιδιά καημένα,
τραγούδια να μην πείτε, κι ας είστε λερωμένα.
Να μην τ’ ακούσει μωρέ η μάνα μου, (δις)
κι η δόλια η αδελφή μου, μωρέ παιδιά καημένα,
κι η δόλια η αδελφή μου, κι ας είστε λερωμένα.
Και βγουν στη στράτα μωρέ να σας δουν, (δις)
και ’ρθουν και σας ρωτήσουν, μωρέ παιδιά καημένα,
και ’ρθουν και σας ρωτήσουν, κι ας είστε λερωμένα.
Μην πείτε πως μωρέ λαβώθηκα, (δις)
βαριά για να πεθάνω, μωρέ παιδιά καημένα,
βαριά για να πεθάνω, κι ας είστε λερωμένα.
Να πείτε πως μωρέ παντρεύτηκα, (δις)
πήρα καλή γυναίκα, μωρέ παιδιά καημένα,
πήρα καλή γυναίκα, κι ας είστε λερωμένα.
Την πέτρα έχω μωρέ πεθερά, (δις)
τη μαύρη γης γυναίκα, μωρέ παιδιά καημένα,
τη μαύρη γης γυναίκα, κι ας είστε λερωμένα.
Κι αυτά τα μωρέ λιανολίθαρα, (δις)
αδέρφια και ξαδέρφια, μωρέ παιδιά καημένα,
αδέρφια και ξαδέρφια, κι ας είστε λερωμένα.

Κλέφτικη ζωή
 τραγούδι: Λουκιανός Κηλαηδόνης
Μαύρη μωρέ πικρή είν' η ζωή που κάνουμε (δις)

Εμείς οι μαύροι κλέφτες, εμείς οι μαύροι κλέφτες (δις)
Όλη μωρέ, όλη μερούλα πόλεμο (δις)
όλη μερούλα πόλεμο, το βράδυ καραούλι (δις)
με φό- μωρέ με φόβο τρώμε το ψωμί(δις)
Με φόβο τρώμε το ψωμί, με φόβο περπατάμε (δις)
Ποτέ μωρέ, ποτέ μας δεν αλλάζουμε (δις)
ποτέ μας δεν αλλάζουμε και δεν ασπροφορούμε.


                                                             Τάσος

Σας αρέσουν οι κεφτέδες;

Μια μητέρα έψησε κεφτέδες για τις 3 κόρες της. Ήρθε η πρώτη κόρη και έφαγε τους κεφτέδες που της αναλογούσαν. Μετά από λίγη ώρα ήρθε η δεύτερη κόρη χωρίς να ξέρει ότι η πρώτη κόρη έφαγε το μερίδιο της. Η δεύτερη κόρη έφαγε το μερίδιο της από τους κεφτέδες που βρήκε. Μετά από λίγη ώρα ήρθε και η τρίτη κόρη, η οποία επίσης δεν ήξερε ότι οι άλλες δύο έφαγαν τους κεφτέδες τους. Έτσι και αυτή έφαγε το μερίδιο της από τους κεφτέδες που βρήκε. Μετά την τρίτη κόρη έμειναν 8 κεφτέδες. Πόσους κεφτέδες έψησε συνολικά η μητέρα;
Περιμένω την απάντησή σας!!!
                                      




Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Η απιστία του Δελβίνου
Σύγνεφο μαύρο σκέπαζε το Σούλι και την Κιάφα,
ολημερίς εχιόνιζε, ολονυχτίς χιονίζει.
Απ' το Συστράνι πρόβαινε ένας λιγνός Λεβέντης
που από τα Γιάννενα πικρά, μαύρα μαντάτα φέρνει.

-Τα παλικάρια τα καλά τα χάνουν οι συντρόφοι!
Ακούστε Φώτου τα παιδιά, του Δράκου παλικάρια,
το Δέλβινο το άπιστο πρόδωσε τα παιδιά σας.
Τ' Αλή πασά του τα φερε, τα έξ' αράδα αράδα.
Κι αυτός τα τέσσερά 'σφαξε, δυονών ζωή χαρίζει,
του Δήμου Δράκου τον υιό, κι εν' αδερφό του Φώτου.

Κι εκείνοι καθώς τ' άκουσαν, βαριά τους κακοφάνει.
-Δέσποτα και Πρωτόπαπα, βάλε το πετραχήλι,
να ψάλεις τα μνημόσυνα των έξ' παλικαριών μας!
Τα δυο, καθώς τα τέσσαρα σφαμμένα τα μετρούμε,
ούτε κι ο τύραννος ζωή των Σουλιωτών χαρίζει,
ούτε Σουλιώτης, ζωντανός στα χέρια του λογιέται!

Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά (Των Κολοκοτρωναίων)
Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ο ήλιος στα λαγκάδια,
λάμπουν και τ' αλαφρά σπαθιά των Κολοκοτρωναίων,
που 'χουν τ' ασήμια τα πολλά, τις ασημένιες πάλες,
τις πέντε αράδες τα κουμπιά, τις έξι τα τσαπράζια,
οπού δεν καταδέχονται τη γη να την πατήσουν.
Καβάλα τρώνε το ψωμί, καβάλα πολεμάνε,
καβάλα πάν' στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε,
καβάλα παίρν' αντίδερο απ’ του παπά το χέρι.
Φλουριά ρίχνουν στην Παναγιά, φλουριά ρίχνουν στους άγιους,
και στον αφέντη το Χριστό τις ασημένιες πάλες.
"Χριστέ μας, 'βλόγα τα σπαθιά, 'βλόγα μας και τα χέρια".

Κι ό Θοδωράκης μίλησε, κι ο Θοδωράκης λέει:
"Τούτ' οι χαρές που κάνουμε σε λύπη θα μας βγάλουν.
Απόψ' είδα στον ύπνο μου, στην υπνοφαντασιά μου,
θολό ποτάμι πέρναγα και πέρα δεν εβγήκα.
Ελάτε να σκορπίσουμε, μπουλούκια να γενούμε.
Σύρε, Γιώργο μ', στον τόπο σου, Νικήτα, στο Λοντάρι,
εγώ πάω στην Καρύταινα, πάω στους εδικούς μου,
ν' αφήσω τη διαθήκη μου και τις παραγγελιές μου,
'τι θα περάσω θάλασσα, στη Ζάκυνθο θα πάω".

Ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος

Ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν,
το ποιο να ρίξει την βροχή, το ποιο να ρίξει χιόνι.
Ο Κίσσαβος ρίχνει βροχή κι ο Όλυμπος το χιόνι.
Γυρίζει τότ' ο Όλυμπος και λέει του Κισσάβου.
"Μη με μαλώνεις, Κίσαβε, βρε τουρκοπατημένε,
που σε πατάει η Κονιαριά κι οι Λαρσινοί αγάδες.
Εγώ είμ' ο γέρος Όλυμπος στον κόσμο ξακουσμένος,
έχω σαράντα δυο κορφές κι εξήντα δυο βρυσούλες,
κάθε κορφή και φλάμπουρο κάθε κλαδί και κλέφτης.
Κι όταν το παίρν' η άνοιξη κι ανοίγουν τα κλαδάκια,
γεμίζουν τα βουνά κλεφτιά και τα λαγκάδια σκλάβους.
Έχω και το χρυσόν αϊτό, το χρυσοπλουμισμένο,
πάνω στην πέτρα κάθεται και με τον ήλιο λέγει:
-"Ήλιε μ', δεν κρους τ' από ταχύ, μόν' κρους το μεσημέρι,
να ζεσταθούν τα νύχια μου, τα νυχοπόδαρά μου;".



πηγή:www.xorio.gr

Έλλη 

Του Στέργιου
Κι’ αν τα ντερβένια τούρκεψαν, τα πήραν Αρβανίταις,
ο Στέργιος είναι ζωντανός, πασάδες δεν ψηφάει.
Όσο χιονίζουν τα βουνά, Τούρκους μην προσκυνούμε.
Πάμε να λημεριάζωμε όπου φωλιάζουν λύκοι.
'Σταις χώραις σκλάβοι κατοικούν, 'ς τους κάμπους με τους Τούρκους,
χώραις, λαγκάδια κ’ ερημιαίς έχουν τα παλληκάρια.
Παρά με Τούρκους, με θεριά καλύτερα να ζούμε.

Τα κλεφτόπουλα
Μάνα μου τα, μάνα μου τα κλεφτόπουλα,
τρώνε και τραγουδάνε, άιντε πίνουν και γλεντάνε. (δις)
Μ' ένα μικρό, μ' ένα μικρό κλεφτόπουλο,
δεν τρώει, δεν τραγουδάει, αμ δεν πίνει, δεν γλεντάει. (δις)
Μόν' τ' άρματα, μόν' τ' άρματα του κοίταζε,
Του τουφεκιού του λέει: «Γεια σου Κίτσο μου λεβέντη!». (δις)
Τόσες φορές, τόσες φορές με γλύτωσες,
απ' των εχθρών τα χέρια κι απ' των Τούρκων τα μαχαίρια. (δις)
Και τώρα με, και τώρα με παράτησες,
σαν καλαμιά στον κάμπο, αμ δε ξέρω τι να κάνω. (δις)
Κάτω στου βάλτου τα χωριά
Κάτω στου βάλτου τα χωριά
Ξηρόμερο και Άγραφα
Και στα πέντε βιλαέτια
Φάτε, πιείτε μωρ’ αδέρφια.
Εκεί είν’ οι Κλέφτες οι πολλοί
ούλοι ντυμένοι στο φλούρι
κάθονται και τρων και πίνουν
και την Άρτα φοβερίζουν.

Πιάνουν και γράφουν μια γραφή
βρίζουν τα γένια του κατή
γράφουνε και στο Κομπότι
προσκυνούνε το δεσπότη.
Βρε Τούρκοι κατσετε καλα
γιατί σας καίμε τα χωριά!
Γρήγορα το αρματολίκι
γιατ’ ερχόμαστε σα λύκοι.


Πηγή: www.xorio.gr 
Στέργιος

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Όχι βία στους δασκάλους παιδιά....

πηγή: http://www.greekteachers.gr/
Ένας αϊτός περήφανος
Ένας αϊτός περήφανος, ένας αϊτός λεβέντης
από την περηφάνεια του κι’ από τη λεβεντιά του,
δεν πάει τα κατώμερα να καλοξεχειμάση,
μον’μένει απάνω 'ς τα βουνά, ψηλά 'ς τα κορφοβούνια.
Κ’ έρρηξε χιόνια 'ς τα βουνά και κρούσταλλα 'ς τους κάμπους,
εμάργωσαν τα νύχια του κ' επέσαν τα φτερά του.
Κι' αγνάντιο βγήκε κ' έκατσε, 'ς ένα ψηλό λιθάρι,
και με τον ήλιο μάλωνε και με τον ήλιο λέει.
"Ήλιε, για δε βαρείς κ' εδώ 'ς τούτη την αποσκιούρα,
να λειώσουνε τα κρούσταλλα, να λειώσουνε τα χιόνια,
να γίνη μια άνοιξη καλή, να γίνη καλοκαίρι,
να ζεσταθούν τα νύχια μου, να γιάνουν τα φτερά μου,
να ρθούνε τάλλα τα πουλιά και τάλλα μου ταδέρφια".

Καλώς ανταμωθήκαμε νεμείς οι ντερτιλήδες
Καλώς ανταμωθήκαμε νεμείς οι ντερτιλήδες,
να κλάψουμε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας.
Πάλε καλαίς αντάμωσαις, πάλε ν’ ανταμωθούμε,
‘ ς τον Άγιο Λια, 'ς τον πλάτανο, ψηλά 'ς το κρυονέρι,
πόχουν οι κλέφταις σύνοδο κ’ οι καπιταναραίοι,
πόχουν αρνιά και ψένουνε, κριάρια σουγλισμένα,
όπ' έχουν και γλυκό κρασί από το μοναστήρι,
κ’ έχουν την Γκόλφω 'ς το πλευρό και τους κερνάει και πίνουν.
Κι’ ο καπετάνιος τους μιλάει, κι’ ο καπετάνιος λέει,
"Για φάτε, πιέτε, βρε παιδιά, χαρήτε, να χαρούμε
τούτον το χρόνο τον καλό, τον άλλο ποιος το ξέρει,
για ζούμε, για πεθαίνουμε, για 'ς άλλον κόσμο πάμε".

Πηγή: http://www.xorio.gr
Κάλλια